FOR EVER…

FOR EVER…

Μήνυμα στο μπουκάλι… Το ρίχνω στη θάλασσα… Με την ίδια ελπίδα του ναυαγού στο ερημονήσι… Να βρει κάποιον, να το ανοίξει, να το διαβάσει, να τον σώσει..

Κόκκινα γράμματα σε μπλε φόντο… Έχεις δει μια καρδιά μεσοπέλαγα; Αν σου θυμίζουν δάκρυα κατευθείαν από την ψυχή γελάστηκες… Ίσως μοιάζουν με σκοτωμένες ελπίδες…

Είχα προγραμματίσει την ζωή μου και ήμουν έτοιμος να πατήσω enter… Ήξερα, Είχα διαβάσει από την αρχή τις οδηγίες χρήσης, ήμουν ενήμερος και αποφασισμένος… Είπα να κάνω μια τελευταία βόλτα… Πήρα το πανάκι μου και ανοίχτηκα αφήνοντας τον άνεμο να με παρασύρει, να με πάει όπου ήθελε… Αλίμονο, τι το ΄θελα, δεν μου χάλαγε ο θεός τα χέρια τότε;… Είδα τα μάτια σου, το χαμόγελο σου, έπιασα τον εαυτό μου να ξαναχαμογελά, είχε παρά πολύ καιρό να νοιώσει έτσι, να νοιώσει κάτι… Είπα να γυρίσω πίσω, δεν πρέπει, έχεις ορκιστεί, δεν θα σπαταλήσεις ούτε μια σταγόνα… Μάταια… Η πλάτη μου άρχισε να πονά… το σακάκι μου πίεζε τα φτερά μου που ήθελαν πάλι να ανοίξουν… Κρατήθηκα…

Έκανα μια βουτιά, να δω κι αλλά όμορφα πράγματα, σίγουρα υπάρχουν, που να ναι;… Κολύμπησα αρκετά, παντού αστέρια, εδώ λοιπόν καταλήγουν τα αστέρια που ξεκολλάνε από του ουρανού τον θόλο; Βιάστηκα να γυρίζω πίσω… Δεν είχα μάτια για τίποτε άλλο, όλα μου φαινόντουσαν απλά, κοινά… Και να σκεφτείς ότι τριάντα χρόνια τώρα απορούσα: που να χάνονται άραγε τα αστέρια που πέφτουν; Σήμερα τα βρήκα και δεν τους χάρισα ούτε μια στιγμή… γιατί ήθελα να γυρίσω πίσω…Έκλεινα τα μάτια και με πλημμύριζε το φως των ματιών σου…

Τα χέρια μου έτρεμαν, ο πόλεμος είχε ξεσπάσει… μην το κανείς δεν πρέπει δεν μπορείς δεν, μη, δεν… Άρνηση παντού, σφυρί κι αμόνι και εγώ στην μέση…

Το διάβαζα το ξαναδιάβαζα δεν το πίστευα… Βρήκες ρε ρεμάλι το κουράγιο και την δύναμη να το κανείς; Σε ποια βάθη βούτηξες να πάρεις φορά; Τους άκουγα και χαμογελούσα…

Τραγούδι άκουγα την φωνή σου, μαγεύτηκα, μιλάγαμε με τις ώρες με τις μέρες, δεν χόρταινα, οι γύρω μου ανησυχούσαν, τι έχεις, βγάλε πια αυτό το χαμόγελο, και πως λάμπεις έτσι, τι σου συμβαίνει; Θόρυβοι, δεν έδινα σημασία, για μένα υπήρχες μόνο εσύ… κάπου, μακριά και κοντά, πάνω και μέσα, δεν ήξερα που ακριβώς δεν μπορούσα να το προσδιορίσω… μόνο μια λέξη… ΠΑΝΤΟΥ…

Το βράδυ ήρθε, αργά, βασανιστικά, όπως πάντα… Ήξερα ότι θα ΄ρθει ο αμείλικτος κριτής, να συζητήσουμε, να καταλήξουμε… Ήρθε, όπως πάντα, μου μίλαγε, τον άκουγα, δεν με άφηνε να πω κουβέντα, δεν προλάβαινα, σαν καταιγίδα τα λόγια του, με μάλωσε γιατί ασχολείσαι με τους άλλους; την τελευταία φορά μου ορκίστηκες θα ασχοληθείς με τον εαυτό σου…

Τι να πω, δεν έβρισκα λόγια, προσπάθησα να του θυμίσω ότι άδικο κι άχαρο είναι να τρέχουν από νεανικά μάτια λασπωμένα δάκρυα, ότι γέλιο δεν πουλιέται πουθενά…Τίποτε… Άδικα…

Έκλεισα τα μάτια μου

Enter

Comments

comments